~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ // Διαδικτυακή έκδοση * με ειδήσεις * άρθρα για τον Ελληνισμό * υπεύθ. σύνταξης: Πάνος Σ. Αϊβαλής ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Επιμέλεια και ρεπορτάζ Σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής

~~


....................."Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"

........................................."Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει" Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]

«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Νικηφόρος Λύτρας (Πύργος Τήνου 1832 - Αθήνα 1904) ο "πατέρας της νεοελληνικής ζωγραφικής"




Στις 13 Ιουνίου 1904 έφυγε από τη ζωή ο "πατέρας της νεοελληνικής ζωγραφικής", ο Νικηφόρος Λύτρας (Πύργος Τήνου 1832 - Αθήνα 1904)
Σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών (1850-1856), με δασκάλους τους αδελφούς Φίλιππο και Γεώργιο Μαργαρίτη, το μοναχό Αγαθάγγελο Τριανταφύλλου, τον Raffaello Ceccoli και τον Λουδοβίκο Θείρσιο, τον οποίο μάλιστα βοήθησε στην αγιογράφηση της Ρωσικής Εκκλησίας στην Αθήνα (1853-1855). Το 1860 και αφού δίδαξε δύο χρόνια (1856-1858) Στοιχειώδη Γραφική στο Σχολείο των Τεχνών, έφυγε για το Μόναχο, όπου, με υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης αρχικά και την υποστήριξη του βαρώνου Σίμωνα Σίνα στη συνέχεια, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, με βασικότερο δάσκαλο τον Karl von Piloty. Το 1865 επέστρεψε στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε καθηγητής ζωγραφικής στο Πολυτεχνείο, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το θάνατό του.

Ο Νικηφόρος Λύτρας υπήρξε από τους βασικότερους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου, θεωρείται δε πατέρας της νεοελληνικής ζωγραφικής. Αν και είχε γνωρίσει τον ιμπρεσιονισμό, παρέμεινε πιστός στην ακαδημαϊκή παράδοση και ασχολήθηκε με όλες σχεδόν τις θεματογραφικές περιοχές: προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις, ιστορικές σκηνές και μυθολογικά θέματα. Το σημαντικότερο όμως μέρος του έργου του αποτέλεσαν οι ηθογραφικές παραστάσεις, τις οποίες εκείνος ουσιαστικά εισήγαγε στην ελληνική ζωγραφική και περιλαμβάνουν σκηνές από την ελληνική επαρχία και τον αστικό χώρο, την ελληνική οικογένεια και τον κόσμο του παιδιού, αλλά και θέματα από την Ανατολή. Ανανεωτής θεωρείται και στον τομέα της προσωπογραφίας, όπου είναι εμφανής η προσπάθεια ψυχολογικής διείσδυσης στην προσωπικότητα του εικονιζομένου. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε επίσης η διδακτική του προσφορά, επηρεάζοντας αποφασιστικά τις επόμενες γενιές με τη σαραντάχρονη σχεδόν διδασκαλία του στο Σχολείο των Τεχνών, στη διάρκεια της οποίας κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αναβάθμιση των σπουδών και την αναδιοργάνωση του καλλιτεχνικού τμήματος.

~~~~~~~~~~~~



He studied painting at the Athens School of Arts (1850-1856) taught by the brothers Philippos and Georgios Margaritis, the monk Agathangelos Triantafyllou, Raffaello Ceccoli and Ludwig Thiersch, whom he also assisted in the iconography of the Russian Church in Athens (1853-1855). In 1860 after teaching Elementary Graphics at the School of Arts for two years (1856-1858), he left for Munich where first on a scholarship from the Greek government and then with the support of Baron Simon Sinas, he completed his studies at the Academy of Fine Arts, his principal teacher being Karl von Piloty. In 1865 he returned to Athens and the following year was appointed professor of painting at the National Technical University, remaining in that position till his death.
Nikephoros Lytras was one of the leading representatives of the School of Munich and is considered to be the father of modern Greek painting. Though he was acquainted with impressionism, he remained faithful to the academic tradition and was involved with nearly all forms of subject matter: portraits, still lifes, historical scenes and mythological motifs. But the most important part of his work consisted of genre scenes, which he, in essence, introduced to Greek painting and which contain scenes from the Greek provinces and the urban area, the Greek family and the world of the child, as well as other subjects from further East. He is also considered to have been an innovator in the sector of portraiture, where his endeavour to penetrate into the psychology of the figure being depicted can be readily seen. His teaching contribution was also of great importance, decisively influencing the following generations through his nearly forty years at the Athens School of Arts during which he undertook large-scale endeavors for the upgrading of the lessons and the reorganization of the artistic division.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Θοδωρής Καλλιφατίδης, συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας: «Ο πατέρας μου είπε κλαίγοντας: "Φύγε, δεν σε χωράει, δεν σε θέλει η Ελλάδα". Πρέπει να ήταν η πιο πικρή κουβέντα που είχε πει στη ζωή του. Εφυγα φορώντας ένα παλιό του σακάκι»

«Η ξενιτιά δεν είναι για όλους...»

kallifatidis.jpg


«Ο πατέρας μου είπε κλαίγοντας: "Φύγε, δεν σε χωράει, δεν σε θέλει η Ελλάδα". 
Πρέπει να ήταν η πιο πικρή κουβέντα που είχε πει στη ζωή του.
 Εφυγα φορώντας ένα παλιό του σακάκι» | Βασίλης Μαθιουδάκης


Γράφει η Κυριακή Μπεϊόγλου *
Συναντώ τον συγγραφέα και καθηγητή Φιλοσοφίας Θοδωρή Καλλιφατίδη δυο μέρες πριν επιστρέψει στη Σουηδία. Η αλήθεια είναι πως με δυσκολία έκρυψα το δέος που αισθανόμουν για τον άνθρωπο που είναι σήμερα ένα εθνικό λογοτεχνικό κεφάλαιο για τη Σουηδία. Εχει γράψει πάνω από τριάντα βιβλία, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Η Ελλάδα τον «ανακάλυψε» αργότερα, όταν ο Σάμης Γαβριηλίδης άρχισε να εκδίδει τα βιβλία του. Εχουν μια παλιά δυνατή στενή σχέση εκδότη-συγγραφέα που κρατάει μέχρι σήμερα. Το καινούργιο σ’ αυτή τη σχέση είναι ότι ο Θοδωρής Καλλιφατίδης δεν κάνει αυτό που έκανε πάντα, να γράφει δηλαδή στα σουηδικά. Το τελευταίο του βιβλίο «Μια ζωή ακόμα» γράφτηκε κατ’ ευθείαν στα ελληνικά. Οχι χωρίς λόγο. Θα τον ανακαλύψετε μέσα σ’ αυτή τη συνέντευξη που ξεκίνησε από τους Μολάους της Λακωνίας για να φτάσει μέχρι τη Σουηδία και να επιστρέψει πίσω στην Αθήνα μια πολύ ζεστή μέρα του Μαΐου.
Φωτό: Βασίλης Μαθιουδάκης
● Κύριε Καλλιφατίδη, πώς αντέξατε τόσα χρόνια στην ξενιτιά; Δεν βγήκε από το αίμα σας το φαρμάκι που, όπως είπατε, κάποτε σας έδιωξε μακριά;
Η ξενιτιά δεν είναι για όλους. Δεν ήταν ας πούμε για τον φίλο μου τον Κώστα που τον έχω αναφέρει πολλές φορές στα βιβλία μου. Πανέξυπνος άνθρωπος, μιλούσε για τη σκοτεινή ύλη όταν ακόμα στην Ελλάδα κανείς δεν ήξερε γι' αυτή. Οταν όμως μετανάστευσε στη Σουηδία δεν ήταν έτοιμος να βγάλει την Ελλάδα από μέσα του. Του έλεγα «εδώ υπάρχουν πανεπιστήμια, θα κάνεις ωραία πράγματα», αλλά η Ελλάδα τον καλούσε κάθε μέρα. Και έφυγε. Εγώ έφυγα από δω πάρα πολύ πικραμένος. Καταλαβαίνω ότι δεν το καταλαβαίνετε εσείς γιατί μας χωρίζουν το λιγότερο 40 χρόνια.
● Θα μας το εξηγήσετε;
Μεγάλωσα στη γερμανική κατοχή, είδα τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου στη φυλακή, δαρμένους και κυνηγημένους. Τον μεγαλύτερο αδερφό μου στα δέκα του χρόνια τον έδειραν μέχρι αναισθησίας, όπως κι εμένα που ήμουν μόλις οκτώ. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Το χωριό μας ήταν οι Μολάοι. Κάτω από την πλατεία ήταν το σπίτι μας. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου που ήταν πολύ νεώτερή του. Γεννήθηκα το '38. Τον Ιούνιο του 1941 μπήκαν οι Γερμανοί στο χωριό. Και έμειναν πολύ, και τα 4 χρόνια της κατοχής. Κατασκεύασαν σιγά σιγά εκεί ένα αεροδρόμιο. Ο πατέρας μου επέζησε του πολέμου, ήταν ένας από τους δύο που απελευθέρωσε από τις φυλακές της Σπάρτης ο απελευθερωτικός στρατός. Ηρθε με τα πόδια στους Μολάους και κρατούσε το δεματάκι με τρόφιμα που του έδωσαν, «για τα παιδιά...» είπε στη μάνα μου, είχε να φάει τέσσερις μέρες. Στον Εμφύλιο είδα να γίνονται φοβερά πράγματα και από τις δύο πλευρές. Εφυγα το '46 από κει γιατί θα με σκότωναν, ήμουν «κουμμουνιστόσπορος».
● Και ήρθατε στην Αθήνα...
Ηρθα στην Αθήνα με τον παππού μου. Πήγα στο 5ο Γυμνάσιο Αρρένων. Δύσκολη εποχή. Πέφτανε χειροβομβίδες από το πουθενά. Οι καθηγητές ήταν λίγο-πολύ όλοι παράξενοι. Είχαν χάσει παιδιά, είχανε κάνει εξορία... Υπήρχαν όμως και εξαιρετικοί καθηγητές. Αυτή η μετανάστευση ήταν πιο δύσκολη από αυτή που ακολούθησε μετά. Ολα πάνω μου ήταν λάθος. Μιλούσα τη διάλεκτό μας, το «αυτό» εμείς το λέγαμε «έντο», τα ρούχα και για λόγους φτώχειας αλλά και αισθητικής. Εάν δεν είχα τύχη ήμουν στο τσακ να γίνω παραβατικός.
● Τι είναι τύχη;
Τύχη είναι οι συμπτώσεις. Οι περισσότεροι από μας έχουμε μια ικανότητα που εκφράζεται με το ότι αγαπάμε τους ανθρώπους που νοιαζόμαστε. Κυρίως. Η τύχη μας είναι να βρεθούν μπροστά μας αυτοί οι άνθρωποι.
● Ποιοι άνθρωποι σας βοήθησαν τότε;
Οι καθηγητές μου με επηρέασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Δύο από αυτούς με καθόρισαν ως άνθρωπο. Ο φιλόλογος ο Ραΐσης που μ’ έβαζε να μεταφράζω ερωτικά ποιήματα από τα λατινικά. Οταν έβγαλα την πρώτη μου ποιητική συλλογή στη Σουηδία τον βρήκε ο αδερφός μου στον δρόμο -τον είχε κι αυτός δάσκαλο- και του είπε «κύριε, ο Θοδωράκης έγινε ποιητής στη Σουηδία» κι εκείνος είπε «το ξέρω, εγώ τον έκανα!». Και ο καθηγητής της Ιστορίας, υπέροχος άνθρωπος, ο οποίος με «έδεσε» για πάντα. Είχε κάνει δυο διδακτορικά εδώ και ένα στη Σορβόνη, μου χάρισε τη διατριβή του και έγραψε πάνω «στον καλύτερο μαθητή που είχα ποτέ» και με έβαλε να του υποσχεθώ ότι θα σπουδάσω Φιλοσοφία.
● Τι γράφατε τότε;
Στα 16-17 έγραφα ποιήματα που τα διάβαζα στους φίλους μου. Κάτω από τις μουριές, στην πλατεία Γκύζη. Εκείνες οι παρέες είχαν μια άπλα, επέτρεπαν στον καθένα μας να είναι αυτός που είναι. Δεν υπήρχε τότε η τρομοκρατία ότι πρέπει να είσαι σώνει και καλά όπως οι άλλοι. Είχαμε ας πούμε ανθρώπους οι οποίοι ήταν μονίμως ερωτευμένοι...
● Εσείς ήσασταν ερωτευμένος;
Εγώ; Κάθε μέρα!
● Το θυμάστε εκείνο το κορίτσι;
Ε, βέβαια. Η πρώτη ήταν η Μαίρη, η δεύτερη η Μαρία, η τρίτη η Ελευθερία... και πάει λέγοντας!
● Τους γράφατε ποιήματα;
Οχι, σ’ αυτές μόνο μιλούσα... Κάναμε σοβαρές συζητήσεις, ήταν και οι τρεις μπροστά για την εποχή τους, φεμινίστριες. Μιλούσαμε για τον Μαξ Νορντάου και τα «κατά συνθήκη ψεύδη». Ψάχναμε για κάποιες λύσεις που θα άλλαζαν τη ζωή μας.
● Πώς έγινε και ταιριάξατε ως παρέα με τον Γιάννη Φέρτη και τον Διαγόρα Χρονόπουλο;
Ταιριάξαμε για διάφορους λόγους... Ο Γιάννης ήξερε πάρα πολύ νωρίς ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός, όταν βαριόταν στο μάθημα έκανε ότι λιποθυμούσε και ο Διαγόρας κι εγώ τον πηγαίναμε σπίτι και την κοπανάγαμε και οι τρεις! Το όμορφο μ’ αυτή τη φιλία -τώρα ο Διαγόρας δυστυχώς έχει φύγει- είναι ότι πάρα πολύ νέοι ξέραμε κι οι τρεις περίπου τι θέλαμε να κάνουμε στη ζωή μας. Εγώ έλεγα ότι θα γράψω αλλά το έλεγα με λίγο φόβο, γιατί τότε αν έλεγες πως γράφεις σε θεωρούσαν και λίγο ψώνιο. Γίναμε και οι τρεις αυτό που θέλαμε. Αν κρίνει κανείς από τις συνθήκες που ζούσαμε...
● Τα παιδιά του πολέμου δεν ξεκίνησαν από μια κοινή αφετηρία, η οποία ήταν βασικά η φτώχεια;
Δεν το θυμάμαι έτσι. Υπήρχαν γειτονιές και γειτονιές. Στου Γκύζη ήμασταν έτσι, αλλά στο Κολωνάκι όχι. Κάποιοι είχαν βγει από τον πόλεμο πάμπλουτοι, οι μαυραγορίτες, οι δωσίλογοι, οι συνεργάτες των Γερμανών... Οι διαφορές ξεκινούσαν περισσότερο από τις διαφορετικές ιδεολογίες. Σκεφτείτε το, μπορούσα εγώ να γίνω κάτι άλλο εκτός από αριστερός; Θα μπορούσα ποτέ να καρφώσω τον πατέρα μου;
● Μπήκατε και οι τρεις φίλοι λοιπόν στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν;
Χάρη στον Γιάννη. Κάναμε τους υποβολείς στις ατάκες του, στο τέλος μάθαμε απ' έξω τα έργα και είπαμε «Δεν δίνουμε κι εμείς εξετάσεις;» Και μας πήρανε. Αλλά εγώ δεν έκανα, δεν ήταν κάτι που ήθελα, δεν με έβλεπα ως ηθοποιό, ήθελα να γράψω.
● Γιατί επιλέξατε τη Σουηδία;
Για έναν πάρα πολύ απλό λόγο: ήταν η μόνη χώρα που έπαιρνε ξένους, όλες οι άλλες είχαν κλείσει τα σύνορά τους το ‘61 για την εργατική μετανάστευση. Ο πατέρας μου είπε κλαίγοντας: «Φύγε, δεν σε χωράει, δεν σε θέλει η Ελλάδα». Πρέπει να ήταν η πιο πικρή κουβέντα που είχε πει στη ζωή του. Εφυγα φορώντας ένα παλιό του σακάκι. Δεν ήξερα ούτε μία λέξη. Μόνο το «καλημέρα». Πήγα με το τρένο. Τέσσερις μέρες κάναμε να φτάσουμε. Ημουν εντελώς μόνος, αλλά το τρένο ήταν γεμάτο Ελληνες που φεύγανε. Εκείνη τη χρονιά φύγανε 150.000 νέοι από την Ελλάδα.
● Και μόλις κατεβήκατε από το τρένο;
Το θυμάμαι σαν και σήμερα. Εφτασα στη Στοκχόλμη. Δεν είχα κανένα αίσθημα, ένιωθα κενός. Αδειος. Στο κέντρο της πλατείας εντός του σιδηροδρομικού σταθμού, υπάρχει η περίφημη «τρύπα» που είναι γνωστή σε όλους τους μετανάστες. Είναι ένας κύκλος με πολύ καλλιτεχνικά κάγκελα ενός γνωστού Σουηδού γλύπτη. Εκεί μαζεύονταν όλα τα «κοράκια» της ξενιτιάς και κουβεντιάζανε. Ενας Ελληνας με ρώτησε «είσαι από την Ελλάδα;» «ναι» του λέω και με πήρε σπίτι του, κοιμήθηκα εκεί το πρώτο βράδυ. Μετά βρήκα την άκρη με τον θείο ενός φίλου από την Ελλάδα. Με έβαλαν να κοιμηθώ στο διαμέρισμα που έμεναν. Τέσσερις άνδρες σε ένα δωμάτιο και μια γυναίκα κοιμόταν στην κουζίνα. Η γυναίκα αυτή ήταν το πρώτο θύμα μετανάστευσης που είδα. Αυτοκτόνησε. Κι εμείς οι ίδιοι τη θάψαμε. Για μια αποτυχημένη αγάπη είπαν, αλλά η ξενιτιά όλα τα μεγαλώνει.
Βασίλης Μαθιουδάκης
● Πώς γίνατε καθηγητής Φιλοσοφίας και δεν παραμείνατε ένας εργάτης;
Ολα τα έκανα. Πρώτα καθάριζα πατάτες, μετά αναβαθμίστηκα και έπλενα πιάτα. Η αναβάθμιση ήταν πολύ χρήσιμη γιατί στο υπόγειο υπήρχαν μόνο ξένοι και δεν μπορούσα να μάθω ούτε μια λέξη σουηδικά. Στο ισόγειο άρχισα να μαθαίνω κάποιες εκφράσεις, να μαθαίνω κάποιες συνήθειες επιβίωσης σχετικά με το φαγητό, γιατί το μεγάλο μας θέμα ήταν η διαφορετική διατροφή και κυρίως η ζάχαρη. Πολλή ζάχαρη στη Σουηδία, μέσα σε έξι μήνες έκανα δεκαοχτώ τρύπες στα δόντια. Από τρία πράγματα υπέφεραν οι μετανάστες από δόντια, στομάχι και πλάτη. Τα δόντια από τη ζάχαρη, το στομάχι και η πλάτη λόγω της συνεχούς αβεβαιότητας... Και η φοβερή μοναξιά. Εγραφα για παρηγοριά. Εμαθα μόνος μου σουηδικά και πήγα και γράφτηκα στο πανεπιστήμιο. Στη φιλοσοφική σχολή. Μετά έγινα αμέσως καθηγητής Φιλοσοφίας σε ένα γυμνάσιο. Αργότερα έγινα καθηγητής πανεπιστημίου.
● Αλλαξε η ζωή σας. Μπήκατε πια στην καρδιά της σουηδικής κοινωνίας, φαντάζομαι.
Αυτός ήταν ο σκοπός μου από την αρχή. Το έβλεπα τελείως πρακτικά. Δεν είχε νόημα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο ταξίδι και να μην κάνεις το παν να μάθεις την καινούργια σου χώρα για να την μάθεις και να την καταλάβεις...
● Και να την αγαπήσεις;
Αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο. Αλλά πρέπει και να την αγαπήσεις.
● Τα κορίτσια εκεί πώς σας φαίνονταν; Πολύ εξωτικά;
Στην αρχή ούτε μ’ έβλεπαν. Το θεωρούσα όμως φυσικό. Τις θεωρούσα απλησίαστες. Στο εστιατόριο που δούλευα ερχόταν μια κοπελίτσα 19 ετών, η οποία ήταν σαν άγγελος. Μου φερόταν πολύ ευγενικά, αλλά δεν έγινε τίποτα. Αργότερα τη συνάντησα, είχε γίνει μια πολύ γνωστή φοβερή ηθοποιός. Και μάλιστα ο πρώην άντρας της που ήταν σκηνοθέτης έκανε ταινία ένα βιβλίο μου.
● Πότε αρχίσατε να γράφετε ποίηση και αποφασίζετε να εκδώσετε την πρώτη σας ποιητική συλλογή;
Περπατώντας στους δρόμους, μου ερχόταν πολλά πράγματα στο κεφάλι αλλά δεν τα σημείωνα. Τα Χριστούγεννα του 1968 και ενώ ήμασταν στο σπίτι των γονιών της μελλοντικής γυναίκας μου, της λέω κάποια στιγμή το βράδυ «εγώ πρέπει να φύγω για να πάω να γράψω». Εφυγα, είχε φοβερό κρύο, τα βήματα μου τρίζανε στο χιόνι. Εφτασα στο σπίτι μου, κλείδωσα την πόρτα και είπα δεν ξαναβγαίνω αν δεν τελειώσουν τα ποιήματα. Και το έκανα. Κι έτσι βγήκε η «Μνήμη Εξορίας».
● Γράψατε από την αρχή στα σουηδικά. Πόσο καιρό σάς πήρε να μιλάτε στον εαυτό σας και να σκέφτεστε σουηδικά;
Πέντε χρόνια.
● Οταν έρχεστε στην Ελλάδα; Σκέφτεστε στα σουηδικά;
Εδώ μιλάω στον εαυτό μου σε διάφορες γλώσσες. Είναι από τα πράγματα που έχω μάθει με τα χρόνια: Οτι η κάθε γλώσσα έχει τη δική της δύναμη.
● Ηταν μια περισσότερο δημοκρατική χώρα η Σουηδία που πρωτογνωρίσατε σε σχέση με σήμερα;
Η Σουηδία είχε διατηρήσει όλη της τη βιομηχανία κατά τη διάρκεια του πολέμου, δεν είχε λάβει μέρος, δεν υπέφερε. Υπήρχε μια συνεννόηση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στους δημοκράτες, υπήρχε ειρήνη στην αγορά εργασίας. Σήμερα άλλαξαν τα πράγματα, τα σχολεία ιδιωτικοποιήθηκαν όπως και τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες και οι εταιρείες νερού και ηλεκτρισμού. Εχει περάσει στη φάση του νεοφιλελεύθερου νεοκαπιταλισμού, ο οποίος θα τα διαλύσει όλα. Κάποια μέρα θα ξυπνήσουμε και δεν θα ξέρουμε πού είμαστε...
● Αρχίσατε από τα πρώτα κιόλας βιβλία να αποκτάτε στη Σουηδία ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Ηταν εύκολο για έναν «ξένο» συγγραφέα να μπει στους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους;
Οταν βγαίνει ο πιο γνωστός κριτικός βιβλίων της χώρας στην πιο μεγάλη εφημερίδα και γράφει «σήμερα βρήκα έναν νέο μεγάλο συγγραφέα», ε, μετράει! Αν δεν το είχε γράψει τότε μπορεί να μη με δέχονταν...
● Γίνατε όμως και διευθυντής αργότερα στο σημαντικότερο λογοτεχνικό περιοδικό της χώρας. Οταν είδα τα γραφεία και μόνο, στο ντοκιμαντέρ που έκανε για σας ο Λευτέρης Ξανθόπουλος. εντυπωσιάστηκα από το μέγεθος, ήρθαν στο μυαλό μου κάποια γραφεία άλλων δικών μας περιοδικών που στριμώχνονται σ’ ένα δωματιάκι...
Ε, κι αυτό τύχη ήταν.
● Νομίζω πως σας έχουν ευνοήσει οι θεοί... Πιστεύετε στον Θεό;
Οχι. Στις συμπτώσεις πιστεύω. Το ζήτημα του Θεού με απασχόλησε από πάρα πολύ μικρό. Είχα αποφασίσει σε ηλικία 12 ετών ότι δεν μπορεί να υπάρχει Θεός. Οσο για το περιοδικό, εκεί που καθόμουν στο γραφείο μου στο πανεπιστήμιο με πήρε ο διευθυντής και μου πρότεινε να γίνω διευθυντής. Του άρεσαν πολύ τα ποιήματά μου, το ήξερα από παλιά. Εμεινα εκεί τέσσερα χρόνια. Μετά κουράστηκα, δεν είναι εύκολο να είσαι διευθυντής ενός τέτοιου περιοδικού.
● Μετά από μια μεγάλη και επιτυχημένη πορεία γιατί δεν σκεφτήκατε να αγοράσετε ένα σπίτι στην Ελλάδα;
Για να κρατήσω πάντα το αίσθημα της νοσταλγίας μέσα μου. Δεν φοβόμουν τον γυρισμό. Αν όμως είχα ένα σπίτι κι έμενα δυο τρεις μήνες το καλοκαίρι τελικά θα ξέφτιζε η νοσταλγία μου. Θα γινόμουν τουρίστας στη χώρα μου, αυτό δεν ήθελα.
● Τώρα έρχεστε για λίγες μέρες κάθε χρόνο, πριν ένα χρόνο ήρθατε καλεσμένος σε μια σχολική παράσταση του χωριού σας-μάλιστα σε μια περίοδο όπου είχατε κατεβάσει το μολύβι σας- σε μια τελετή που έγινε για να πάρει το σχολείο το όνομά σας. Τι έγινε, και ξύπνησε μέσα σας η ελληνική γλώσσα και αρχίσατε μετά από τόσα χρόνια να γράφετε στα ελληνικά;
Εκεί έγινε η μεγάλη στροφή. Συνταράχτηκα από τη γλώσσα μας και από τα λόγια του Αισχύλου σε εκείνη την παράσταση των παιδιών. Η πρώτη φράση που έγραψα ήταν: «Πέρσι τον χειμώνα...». Το άρχισα σαν γράμμα στον φίλο μου και επί πολλά χρόνια εκδότη μου στη Σουηδία.
● Πόσα βιβλία έχετε γράψει;
Εχω γράψει πάνω από τριάντα βιβλία, έχω το μέλλον μου πίσω μου που λένε.
● Ναι, αλλά το καινούργιο σας βιβλίο λέγεται «Μια ζωή ακόμα» (Γαβριηλίδης);
Θα γράψω κι άλλα, δεν υπάρχει αμφιβολία, ήδη γράφω το καινούργιο. Λέγεται «La vie ça va» από ένα τραγούδι της Πια Κολομπό, «η ζωή περνά...».
● Κύριε Καλλιφατίδη, γνωρίζοντας τόσο καλά δύο λαούς, ποια πιστεύεται ότι είναι η υπέρτατη ανάγκη των ανθρώπων;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτό που πρέπει να μάθουμε να χειριζόμαστε είναι η ελευθερία μας. Ολες αυτές τις ελευθερίες που κάποτε ήταν αδιανόητο πως θα αποκτήσουμε. Για την ώρα δεν το έχουμε μάθει...
● Πώς αρχίζει το καινούργιο σας βιβλίο;
Μ’ αυτό που περιέγραψα προηγουμένως. Γράφω «Την έβλεπα κάθε απόγευμα να παίζει με την κόρη της...»
● Παράνομος έρωτας; Από ό,τι έχω διαβάσει έχετε σφόδρα ερωτευτεί όλες τις ηρωίδες σας;
Είναι έρωτας του ήρωα, όχι δικός μου! Αλλά πάντα ερωτεύομαι τις ηρωίδες μου, αλλιώς δεν τις καταλαβαίνω...

______________
* δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών 26/5/2018

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Η απόλυτη πρόκληση: Οίκος δημοπρασίας πηγαίνει στα δικαστήρια την Ελλάδα για αρχαιοελληνικό ειδώλιο αλόγου

Κάποιος το έκλεψε και το μετέφερε δίχως άδεια εκτός Ελλάδας. Πολλά χρόνια μετά, το αρχαιοελληνικό χάλκινο ειδώλιο αλόγου βρέθηκε στη λίστα του οίκου δημοπρασιών Sotheby’s. Το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού εντόπισε το αρχαίο ειδώλιο και έσπευσε να το διεκδικήσει. Ο ξένος οίκος δημοπρασίας, σε μία κίνηση απόλυτης πρόκλησης, κατέφυγε στα δικαστήρια εναντίον του ελληνικού κράτους, προκειμένου να «αποσαφηνίσει τα δικαιώματα των νόμιμων ιδιοκτητών», όπως αναφέρει το σχετικό αποκαλυπτικό δημοσίευμα των Financial Times.
Η αγωγή κατατέθηκε σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης την Τρίτη, από τον Sotheby’s και τους κατόχους του ειδωλίου, την οικογένεια των εκλιπόντων συλλεκτών Howard και Saretta Barnet, οι οποίοι αγόρασαν το χάλκινο άλογο το 1973. Πιστεύεται ότι είναι η πρώτη φορά που ο οίκος δημοπρασιών καταθέτει αγωγή εναντίον μιας κυβέρνησης.
Το ειδώλιο, ύψους 14 εκατοστών, κορινθιακού τύπου, χρονολογείται στον 8ο αιώνα π.Χ. Η αξία του είχε εκτιμηθεί μεταξύ 150.000 και 250.000 δολαρίων και επρόκειτο να δημοπρατηθεί από τον Sotheby’s στη Νέα Υόρκη, στις 14 Μαΐου, μαζί με άλλα αντικείμενα από τη συλλογή των Barnet. Ήταν μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της δημοπρασίας.
Σημειώνεται πως είχε ταυτιστεί από τον αρχαιολόγο και ερευνητή διεθνών αρχαιοκαπηλικών κυκλωμάτων στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, δρ. Χρήστο Τσιρογιάννη, στο κατασχεμένο αρχείο του εμπόρου αρχαιοτήτων Ρόμπερτ Σάιμς -ο οποίος έχει κατηγορηθεί ως οργανωτής ενός μεγάλου κυκλώματος αρχαιοκαπηλίας.
Οι Financial Times αναφέρουν ότι μία ημέρα πριν από τη δημοπρασία, το υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας, με επιστολή του στον δημοπράτη, απαίτησε την απόσυρση του ειδωλίου και ζήτησε την επιστροφή του στην Ελλάδα.
Στη σχετική επιστολή το υπουργείο σημειώνει πως δεν υπάρχει τίποτα στα αρχεία του που να δείχνει πως το αντικείμενο «βγήκε νόμιμα από τη χώρα» και επιφυλάσσεται «του δικαιώματος να λάβει τα απαραίτητα νομικά μέτρα» για τον επαναπατρισμό του.
Ο Sotheby’s απέρριψε τις ελληνικές αξιώσεις, υποδεικνύοντας ότι το άλογο είχε πωληθεί το 1967 σε δημοπρασία της Ελβετίας, πριν περάσει στα χέρια του Σάιμς και στη συνέχεια στη συλλογή των Barnets. Πάντως, ο οίκος απέσυρε την τελευταία στιγμή το ειδώλιο από τη δημοπρασία του Μαΐου, καθώς η διεκδίκησή του από την Ελλάδα έβλαπτε την εμπορική αξία του.
Υποστηρίζοντας ότι το ελληνικό υπουργείο δεν είχε δικαίωμα να παρέμβει στην πώληση και δεν μπορούσε να παρέχει πληροφορίες σχετικά με το πότε ή από ποιον είχε κλαπεί ή απομακρυνθεί από τη χώρα, ο Sotheby’s τονίζει ότι ζητά από το δικαστήριο «να διευκρινίσει τα δικαιώματα των νόμιμων ιδιοκτητών αρχαίων έργων τέχνης και να προστατεύσει τους πελάτες έναντι αβάσιμων αξιώσεων». Είναι εξαιρετικά αντισυμβατικό για τους οίκους δημοπρασιών να μεταφέρουν τέτοιες διαμάχες στα δικαστήρια.
Σε άλλες περιπτώσεις αμφισβητούμενης προέλευσης, οι ιδιοκτήτες και οι οίκοι συνήθως αποσύρουν από δημοπρασίες τέτοιου είδους αρχαιότητες, καθώς δεν μπορούν να τις πωλήσουν, και διαπραγματεύονται πίσω από κλειστές πόρτες με τη χώρα που τις διεκδικεί, προκειμένου να πωλήσουν σε αυτή το σχετικό αντικείμενο.
Το ιστορικό προέλευσης αρχαίων αντικειμένων συχνά εμφανίζεται προβληματικό. Πάντως, ένας βασικός κανόνας που ακολουθείται από εμπόρους, δημοπράτες και μουσεία, είναι πως πρέπει να εγείρει ερωτήματα κάθε περίπτωση αντικειμένου που δεν έχει σαφές ιστορικό ιδιοκτησίας πριν από το 1970. Εκείνη τη χρονιά ήταν που τέθηκε σε ισχύ η συνθήκη της UNESCO σχετικά με τη διακίνηση κλεμμένων αρχαιοτήτων.
Στο ιστορικό προέλευσης του χάλκινου αλόγου, ο Sotheby’s ανέφερε τον περασμένο μήνα πως είχε βγει σε δημοπρασία του οίκου Munzen und Medaillen AG στη Βασιλεία της Ελβετίας, στις 6 Μαΐου 1967, από την οποία πιθανώς το απέκτησε ο Ρόμπιν Σάιμς. Από τον Σάιμς το αγόρασαν στη συνέχεια οι Barnets στη Νέα Υόρκη, στις 16 Νοεμβρίου 1973.
Η θέση του υπουργείου Πολιτισμού
«Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αναμένει να του γνωστοποιηθεί η αγωγή του Sotheby’s και της οικογένειας Howard και Saretta Barnet και θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος».
Τα παραπάνω τονίζει, σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ, το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού με αφορμή το δημοσίευμα των Financial Times, που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ο οίκος δημοπρασιών Sotheby’s άσκησε αγωγή εναντίον του ΥΠΠΟΑ επειδή διεκδίκησε ένα αρχαιοελληνικό χάλκινο ειδώλιο αλόγου που επρόκειτο να δημοπρατηθεί.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Ομογενής ταξίδεψε πρώτη φορά στην Ελλάδα – Η γνωριμία με συγγενείς και τις ρίζες της

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
   Του Γιάννη Σοφιανού  // 5 Μαΐου, 2018
Η κ. Κάρολ Παππαπέτρου-Χάλλα στην Ελλάδα, με τον θείο της Παναγιώτη και τον ξαδερφό της Γιάννη στην ταβέρνα του άλλου ξαδερφού της, Δημήτριου Κοσμά, στο Χωματερό. Ηταν τόσο ενθουσιασμένη, λέει με την επισκεψή της και την γνωριμία των συγγενών της, που ξέχασε να τραβήξει φωτογραφίες.

ΠΑΛΜ ΣΠΡΙΝΓΚΣ. Η κ. Κάρολ Παππαπέτρου-Χάλλα (Carol Pappapetru-Hallas) μεγάλωσε στην Καλιφόρνια, σε μία οικογένεια με καταγωγή από την Ελλάδα. Ελληνοαμερικανή 3ης γενιάς, δεν πήγε σε ελληνικό σχολείο, ούτε εκκλησιαζόταν σε Ορθόδοξο ναό. Δεν είχε επισκεφτεί επίσης ποτέ την πατρίδα των προγόνων της.
«Υποθέτω δεν θεώρησαν πως θα ήταν σημαντικό για εμάς τα παιδιά…», είπε μάλιστα στον «Ε.Κ.» με κάποιο παράπονο γιατί δεν έμαθε από μικρή να μιλάει Ελληνικά. Δεν έπαψε ποτέ, ωστόσο, να νιώθει μία αγάπη για την Ελλάδα και μία περηφάνια για την καταγωγή της.
Ετσι, με αφορμή και μία έρευνα DNA, βρέθηκε με τη δική της οικογένεια πια να κάνει ένα καταπληκτικό ταξίδι ζωής στην Ελλάδα, για πρώτη φορά, όπου επανενώθηκε με συγγενείς που δε γνώριζε πως είχε και τις ρίζες της.
«Γνωρίζω ένα πράγμα. Οταν έφτασα στην Ελλάδα, για εμένα ήταν σα να επέστρεφα σπίτι μου, σα να ανήκα εκεί, αν και βρέθηκα στη χώρα για πρώτη φορά. Δεν γεννήθηκα εκεί, αλλά ήμουν σπίτι… ξέρω ότι ακούγεται παράξενο, αλλά έτσι ακριβώς ένιωσα», δήλωσε στον «Ε.Κ.».
Η Κάρολ με τον σύζυγό της Τζορτζ, στον Παρθενώνα.
«Απλά αγαπώ την Ελλάδα και οτιδήποτε γι’ αυτή. Δεν είχα την τυπική ελληνική ανατροφή, δεν πηγαίναμε σε Ελληνοορθόδοξη εκκλησία ή σε ελληνικό σχολείο, καθώς ο πατέρας μου δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Οταν πηγαίναμε στην εκκλησία πηγαίναμε σε ένα ναό Βαπτιστών, με την μητέρα μου και εμάς, 6 αδέρφια. Εχω 3 αδερφές και 2 αδερφούς», πρόσθεσε.
Ενιωθε πάντα να την τραβά κάτι στην Ελλάδα. «Οταν ήμουν παιδί ακόμη, ένα μέρος που ήθελα να επισκεφτώ ήταν η Δήλος, που με συνάρπαζε», επεσήμανε. «Ακόμη και ο σύζυγός μου είναι 16% Ελληνας, σύμφωνα με την έρευνα. Το μάθαμε πριν αναχωρήσουμε για την Ελλάδα… δεν το γνώριζε, παρά το επώνυμό του».
Η κόρη της Κάρολ, Αβα, στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη στη Βουλή, ταΐζοντας τα περιστέρια.
Για την ιστορία της Κάρολ έγραψε η κ. Sarah Young στον «Independent», σημειώνοντας πως η μητέρα της ομογενούς είχε καταγωγή από Αγγλία, Ιρλανδία και Σκωτία και ο πατέρας της, Νίκος Παππαπέτρου (Nick Pappapetru) ήταν 2ης γενιάς Ελληνοαμερικανός.
Η ίδια μεγαλώνοντας στην Καλιφόρνια, υπέθετε πως ήξερε ό,τι υπήρχε για το παρελθόν και την καταγωγή της οικογένειάς της. Γνώριζε για παράδειγμα ότι η γιαγιά της Jennie Kachevas (Τζένη Κατσίβας) είχε καταγωγή από το Χωματερό, Πυλίας στη Μεσσηνία και ο παππούς της, Vassillos Pappapetru (Βασίλειος Παππαπέτρου) στο Μελισοχώρι.
Ο παππούς και η γιαγιά της Κάρολ, Βασίλης Παππαπέτρου (Μπίλι Πάπας) 
και Τζένη Κατσίβα – Πάπας.
Το όνομα της προγιαγιάς της ήταν Ευδοκία Τερτίπη. Μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1905 και παντρεύτηκε τον προπάππου της, Nick Kachevas (Νίκο Κατσίβα) με τον οποίο απέκτησαν 7 παιδιά. Η γιαγιά της Jennie ή Jeanne παντρεύτηκε τον παππού της Βασίλειο Παππαπέτρου το 1926.
Η οικογένεια Κατσίβα, είπε στον «Ε.Κ.» η Κάρολ, έφτασαν στις ΗΠΑ μέσω του Ellis Island στη Νέα Υόρκη. Εγκαταστάθηκαν έπειτα στο East Moline του Ιλινόις. Ο προπάππους της, Νίκος Κατσίβας, είχε ένα καρότσι και πουλούσε hot dogs. Ηταν μία από τις πολλές εργασίες που έκανε, καθώς εργαζόταν και σε εστιατόρια.
Αργότερα, ο παππούς της, Βασίλειος Παππαπέτρου, ήταν ιδιοκτήτης σε ταβέρνα στο Κάντον του Ιλινόις τη δεκαετία του ’40. H οικογένειά του μετακόμισε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του ’50.
Ο προπάππους της Κάρολ, Νίκος Κατσίβας με την προγιαγιά της, Ευδοκία Τερτίπη. Γεννημένοι τον Μάρτιο του 1882 στο Χωματερό. Ο Ν. Κατσίβας έφτασε στις ΗΠΑ το 1903 και ακολούθησε προγιαγιά της το 1905. Το πρώτο τους παιδί γεννήθηκε το 1906. Την ονόμασαν Jennie -γιαγιά της Κάρολ- και έζησε μέχρι τα 101 της χρόνια.
Η έρευνα DNA έδειξε πως η Κάρολ κατά 39% είναι Ελληνίδα και αυτό αποτέλεσε αφορμή για την Κάρολ να εξερευνήσει τις ρίζες της περαιτέρω. Σχεδίασε λοιπόν ένα ταξίδι ζωής στην Ελλάδα.
«Ο παππούς μου πέθανε το 1947 και δεν μπόρεσα να τον ρωτήσω τις ρίζες των Παππαπέτρου, οι οποίες παραμένουν μυστήριο», είπε στην αγγλική εφημερίδα. Ωστόσο, ερευνώντας από τη μεριά της γιαγιάς της, έφτασε να ανακαλύψει πολλά για την ταυτότητά της, κατά την επίσκεψή της στην Ελλάδα, που δε γνώριζε ποτέ.
Μεταξύ αυτών, ότι είναι απόγονος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από την πλευρά της μητέρας αυτού, όπως διευκρίνισε η Κάρολ: «Η φίλη μου η Μαργαρίτα έκανε αρκετή έρευνα για τους προγόνους μου και μου το επιβεβαίωσε ο ξάδερφός μου Χρήστος, ο οποίος ζει στην Αυστραλία. Υπάρχει ένα βιβλίο για την καταγωγή της οικογένειάς μου από το Χωματερό, όπου βρίσκεται αυτή η πληροφορία και συνδέομαι μαζί του από την πλευρά της μητέρας του με την οικογένεια Κατσίβα».
Το ταξίδι στην Ελλάδα
Ταξιδεύοντας και με την φίλη της Μαργαρίτα, η κ. Παππαπέτρου-Χάλλα επισκέφτηκε το χωριό των προγόνων της, το Χωματερό και αποφάσισε να ρωτήσει μία ομάδα ντόπιων αντρών που κάθονταν έξω από μία ταβέρνα αν ήξεραν κανέναν με το επώνυμο Κατσίβας, που να ζει ακόμη εκεί.
Προς έκπληξή της, όλοι τους σήκωσαν τα χέρια τους. Ηταν όλοι τους ξαδέρφια της. Τα μέλη της οικογένειάς της, που μέχρι τότε δεν γνώριζε, τη σύστησαν μάλιστα με χαρά σε κάποιον που γνώριζε τον παππού της πολύ καλά.
«Ηρθε αμέσως και ήταν θείος μου, που δεν γνώριζα ότι είχα. Ηταν τόσο εκπληκτικό, μας πήγε σπίτι του και έμαθα πως η προ-προ γιαγιά μου το είχε χτίσει», ανέφερε η Κάρολ.
Η Κάρολ με την φίλη της, Μαργαρίτα στην Αίγινα πριν επιστρέψει στην Καλιφόρνια. Γνωρίζονται 16 χρόνια, μέσω μίας ιστοσελίδας με γενεαλογικές πληροφορίες.
Μάλιστα, όταν συναντήθηκε με τα ξαδέρφια της στην Ελλάδα, έμαθε πως τα μέλη της οικογένειας Κατσίβα έφυγαν ανά τα χρόνια, όχι μόνο προς τις ΗΠΑ, αλλά ορισμένοι πήγαν στην Αυστραλία. Βρήκε και ήρθε σε επαφή με περισσότερα ξαδέρφια στην Μελβούρνη και ελπίζει πως θα τους επισκεφτεί κάποια μέρα στο μέλλον.
Μιλώντας στον «Ε.Κ.», η κ. Κάρολ Παππαπέτρου-Χάλλα είπε για τον ενθουσιασμό που είχε για το «επικό» ταξίδι της, όπως το περιγράφει. Και δεν «επαναπαύεται». Μαθαίνει ελληνικά, με τη βοήθεια της καλής της φίλης, της Ρούλας, η οποία έχει καταγωγή από την Κόρινθο. «Θα επιστρέψω στην Ελλάδα, το θέλω πολύ. Δυστυχώς δεν θα είναι φέτος…», είπε στον «Ε.Κ.».
«Αν δεν ήταν η Μαργαρίτα η επική μου περιπέτεια στην Ελλάδα δεν θα είχε συμβεί. Δεν μπορώ να την ευχαριστήσω αρκετά για όσα έκανε για εμάς. Της χρωστάω πολλά και ανυπομονώ να επιστρέψω στην Ελλάδα για να τη δω ξανά», συμπλήρωσε.
Στην Ελλάδα η Κάρολ γνώρισε και την ξαδερφή της Αναστασία που ζει στη Θεσσαλονίκη. Στη φωτογραφία η Αναστασία με τον σύζυγό της Χάρη, αλλά και τον τότε 5 μηνών γιο τους, στον οποίο η Κάρολ είναι πνευματική μητέρα. Για την ίδια ήταν τιμή και νιώθει πολύ περήφανη καθώς δεν ήταν ποτέ ξανά νονά.
Ο πατέρας της Κάρολ, Νίκος Παππαπέτρου.
Η κόρη της Κάρολ, Αβα, στεναχωρέθηκε ιδιαίτερα όταν της είπαν πως δεν μπορεί
 να πάρει μαζί της στις ΗΠΑ τον αδέσποτο τετράποδο φίλο που απέκτησε στην Ελλάδα.
Οι φωτογραφίες είναι ευγενική παραχώρηση της κ. Κάρολ Παππαπέτρου-Χάλλα (Carol Pappapetru-Hallas) στον «Ε.Κ.».


______________
https://www.ekirikas.com/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%88%CE%B5-%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB/

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Ένα άγαλμα για τον Λούη Τίκα στις ΗΠΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στις 23 Ιουνίου 2018, στην πόλη Τρίνινταντ της Πολιτείας Κολοράντο των ΗΠΑ, έχει προγραμματιστεί να γίνουν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του μεγάλου συνδικαλιστή ηγέτη, του Έλληνα Ηλία Σπαντιδάκη (Λούης Τίκας), γράφει η ομογενειακή ιστοσελίδα Calami.us

O Λούης Τίκας δολοφονήθηκε από την Εθνοφυλακή του Κολοράντο, στη «σφαγή του Λάντλοου» 20 Απριλίου 1914, στη διάρκεια της μεγάλης εργατικής απεργίας στα ορυχεία Ροκφέλερ, στην περιοχή Λάντλοου, κοντά στην πόλη Τρίνιταντ, στα νότια της Πολιτείας.
Τα αποκαλυπτήρια θα συνοδευτούν από εκδηλώσεις, ενώ η ημέρα θα τιμηθεί με διακηρύξεις της Πολιτείας Κολοράντο και της Πόλης Ντένβερ. Έχει προσκληθεί να παραστεί και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας.
Ο ανδριάντας θα στηθεί με πρωτοβουλία του «Ιδρύματος Ελληνισμού Αμερικής», με τις χορηγίες Ομογενών. Η πόλη Τρίνιταντ δέχτηκε σχετικό αίτημα του Ιδρύματος, τον προηγούμενο χρόνο. Το Ίδρυμα, είχε πρωτοστατήσει και στην τοποθέτηση του ανδριάντα του «Δρ. Παπ» (Παπανικολάου), τον προηγούμενο χρόνο, στο πανεπιστήμιο του Μαϊάμι, Φλόριδα. 
Όπως δηλώνει ο πρόεδρος του Ιδρύματος, Μιχάλης Σέρβος, «ήταν υποχρέωση του Ελληνισμού Αμερικής να τιμήσει τον μεγάλο ήρωα συνδικαλιστή, σύμβολο των συνδικαλιστικών αγώνων στις ΗΠΑ».

Η ζωή του ήρωα συνδικαλιστή

Ο Λούης Τίκας (1886-1914) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Τον χρόνο 1906 σε ηλικία 20 χρονών μετανάστευσε στις ΗΠΑ και από την Νέα Υόρκη, όπου πρωτο-έφτασε, κατάληξε στο νότιο Κολοράντο, για να εργαστεί στα ορυχεία. Τον χρόνο 1910 έγινε Αμερικανός πολίτης και λειτούργησε καφενείο στην πόλη Ντένβερ, στην οποίαν τότε ζούσαν περίπου 240 Έλληνες, με κέντρο την οδό «Μάρκετ» γνωστή ως «Greek Town». Oι περισσότεροι Έλληνες, ήταν εργάτες στα ορυχεία.
Ο Τίκας, έγινε μέλος της συνδικαλιστικής Ένωσης των «Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου» (Wobblies). Εργάστηκε στα ορυχεία στην περιοχή Πουέμπλο. Αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του, επειδή μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του, που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα.
Οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν τον Τίκα ως έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι -κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα- που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.
Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες, όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στην Γιούτα και στην Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $ 1,75 την ημέρα, ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $ 2,50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν μεσαιωνική. Από 1910 ίσαμε 1913, συνολικά 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά, ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δύο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.
Το 1912, ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Τον Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». Στην διάρκεια αυτής της απεργίας, συνέβησαν πολλά: Όργιο εγκάθετων, «προβοκάτσιες» (μπήκε φωτιά στο κτίριο δίπλα στο πηγάδι του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Λούης Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), άρχισε να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13. Επίσης, για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει ''βιομηχανικός πόλεμος'', όπως τον ονομάζει.
Ο Τίκας, σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Ο «Λούης ο Έλληνας» (Louis the Greek) ή ο «Λίο ο Κρητικός» (Leo the Cretan), όπως τον αποκαλούσαν, έγινε θρύλος. Όμως, οι εταιρίες που ανήκαν κυρίως στον Τζον Ροκφέλερ, δεν υποχωρούν, αλλά καιροφυλακτούν για να τον πλήξουν.

Η αιματηρή απεργία

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου (Laddlow ή Ludlow), όπου υπήρχαν 13.000 ανθρακωρύχοι. Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.
Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».
Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld) κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών, ίσαμε 11 χρονών και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό, βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου 1914 και την νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.
Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Γούντρο Γουίλσον, έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα του Λάντλοου, διάφοροι μεταρρυθμιστές και σοσιαλιστές οργάνωσαν πικετοφορίες σ’ όλη τη χώρα. Ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ (που αργότερα έγραψε το μυθιστόρημα «King Coal») στήθηκε επί μέρες έξω από τα γραφεία του Ροκφέλερ στη Νέα Υόρκη σε σιωπηλή διαδήλωση. Στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας "Masses". Ο Σίνκλαιρ και ο προοδευτικός δικαστής του Ντένβερ, Μπ. Μπ. Λίντσεϊ, ταξίδεψαν μαζί με γυναίκες απεργών σ’ όλη την Αμερική μιλώντας σε συγκεντρώσεις για την σφαγή του Λάντλοου.
Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60. Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: "Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας", όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.
Την ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο Ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας (1991), γράφοντας την βιογραφία του σε ένα βιβλίο. Τον χρόνο 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι». Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα.
Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη - φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλοπρεπές μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα. Στο Ρέθυμνο, τόπος καταγωγής του, προς τιμήν του, υπάρχει οδός Ηλία Σπαντιδάκη και προτομή του.
Τον 2013 η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας γύρισαν το ντοκιμαντέρ ''Παλικάρι'' (Ο Λούης Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου). «Αποστόλης Μπερδεμπές» είναι το όνομα της ομάδας που γύρισε το ντοκιμαντέρ ''Ludlow, oι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα'' και η οποία έχει στο ενεργητικό της το γνωστό ντοκιμαντέρ ''Ταξισυνειδησία'' (2013). Ο Αποστόλης Μπερδεμπές ήταν ένας αγωνιστής της ελληνικής παροικίας της Νέας Υόρκης στα χρόνια της χούντας, ένας αγνός και πρωτοπόρος άνθρωπος, που πέθανε πολύ νέος, μία ημέρα πριν κλείσει τα 31 του χρόνια. Οι συντελεστές της ταινίας είναι οι Λεωνίδας Βαρδαρός (σκηνοθεσία), Προκόπης Δάφνος (διευθυντής φωτογραφίας), Ρήγας Αξελός (αφήγηση), Ξενοφώντας Βαρδαρός (μοντάζ και μουσικές επιλογές, Ανδρέας Γκόβας (ηχολήπτης) και Φρόσω Τσούκα (έρευνα).

________
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ